αμαρτάνω

αμαρτάνω και αμαρταίνω αμάρτησα (στη δημοτική μόνο αμτβ.), παραβαίνω τον ηθικό ή θεϊκό νόμο, κάνω το κακό: Μ' αυτά που λες αμαρτάνεις.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αμαρτάνω — αμαρτάνω, αμάρτησα βλ. πίν. 104 και πρβλ. αμαρταίνω Σημειώσεις: αμαρτάνω : χρησιμοποιείται η λόγια μτχ. ημαρτημένος ως επίθετο με την έννοια λαθεμένος …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ἁμαρτάνω — Acut. (Sp.) pres subj act 1st sg ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμαρτάνω — ρ. αμετβ. грешить, совершать грех; ΦΡ. ήμαρτον! грешен! …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • αμαρτάνω — [амартано] р. грешить …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἁμαρτάνῃ — ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) pres subj mp 2nd sg ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) pres ind mp 2nd sg ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁμαρτήσῃ — ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) aor subj mid 2nd sg ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) aor subj act 3rd sg ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) fut ind mid 2nd sg ἁμαρτέω attend aor subj mid 2nd sg ἁμαρτέω attend aor subj act 3rd sg ἁμαρτέω attend fut ind mid 2nd sg ἁ̱μαρτήσῃ , ἁμαρτέω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄμβροτε — ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) aor imperat act 2nd sg (epic) ἄ̱μβροτε , ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) aor ind act 3rd sg (epic doric aeolic) ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) aor ind act 3rd sg (epic doric aeolic) ἄμβροτος immortal masc voc sg ἄμβροτος immortal masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅμαρτε — ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) aor imperat act 2nd sg ἅ̱μαρτε , ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) aor ind act 3rd sg (doric aeolic) ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμαρτημένα — ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) perf part mp neut nom/voc/acc pl ἡμαρτημένᾱ , ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) perf part mp fem nom/voc/acc dual ἡμαρτημένᾱ , ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) ἁμαρτέω attend perf part mp neut nom/voc/acc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁμαρτανομένων — ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) pres part mp fem gen pl ἁμαρτάνω Acut. (Sp.) pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.